Λεμφοίδημα


Τι είναι το λεμφοίδημα;

Λεμφοίδημα είναι η συλλογή λέμφου στους μαλακούς ιστούς του σώματος, συνήθως του άνω ή κάτω άκρου. Το λεμφικό σύστημα αποτελείται από λεμφαγγεία και λεμφαδένες. Μέσω αυτού του συστήματος διακινείται η λέμφος, ένα διαυγές υγρό που αποτελείται από νερό, πρωτεΐνες, λίπη και κυτταρικά συστατικά. Στους λεμφαδένες φιλτράρεται (η λέμφος) και στη συνέχεια προωθείται προς το αίμα. Εάν τα λεμφαγγεία ή οι λεμφαδένες καταστραφούν, τότε η λέμφος δεν μπορεί να παροχετευτεί, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται στους μαλακούς ιστούς των άκρων και να δημιουργείται το λεμφοίδημα.

Υπάρχουν δύο τύποι λεμφοιδήματος:

Το συγγενές λεμφοίδημα που ονομάζεται και πρωτογενές λεμφοίδημα, κατά το οποίο υπάρχει συγγενής έλλειψη λεμφαγγείων στον ασθενή από τη γέννησή του. Το οίδημα συνήθως εμφανίζεται στην εφηβεία. Μία σπάνια μορφή πρωτογενούς λεμφοιδήματος είναι η νόσος του Milroy κατά την οποία το οίδημα εμφανίζεται από τη νηπιακή ηλικία.
Το επίκτητο λεμφοίδημα ονομάζεται και δευτερογενές λεμφοίδημα. Σε αυτή τη περίπτωση το λεμφικό σύστημα νοσεί, με αποτέλεσμα την καταστροφή των λεμφαγγείων και τη συνοδό ανάπτυξη λεμφοιδήματος. Το δευτερογενές λεμφοίδημα είναι η πιο συχνή μορφή της νόσου.

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Σε πολλές περιπτώσεις τα συμπτώματα αργούν έως και 15 χρόνια να εμφανιστούν. Τα συχνότερα είναι:

  • Κνησμός
  • Ερυθρότητα
  • Αίσθημα περίσφιξης στο άκρο
  • Περιορισμός στην κινητικότητα του άκρου

Τι προκαλεί το λεμφοίδημα;

Η συνηθέστερη αιτία δευτερογενούς λεμφοιδήματος είναι η χειρουργική θεραπεία και η ακτινοθεραπεία για ορισμένες μορφές καρκίνου όπως ο καρκίνος του μαστού και ο καρκίνος των όρχεων. Επίσης, χειρουργικές επεμβάσεις για άλλες παθήσεις ενέχουν τον κίνδυνο λεμφοιδήματος, όπως και τα εγκαύματα. Η λιποαναρρόφηση ενέχει επίσης τον κίνδυνο ανάπτυξης λεμφοιδήματος.

Διάγνωση

Αν υποψιάζεστε ότι πάσχετε από λεμφοίδημα πρέπει να επιστεφτείτε έναν αγγειολόγο. Μετά τη λήψη ιστορικού και την κλινική εξέταση, ο αγγειολόγος ενδέχεται να σας ζητήσει ορισμένες εξετάσεις για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, όπως:

  • Σπινθηρογράφημα λεμφαγγείων. Αυτή η εξέταση γίνεται με ενδοφλέβιο έγχυση μίας ραδιενεργού ουσίας που βοηθάει στην απεικόνιση των λεμφαγγείων.
  • Μαγνητική τομογραφία.
  • Αξονική τομογραφία.
  • Υπερηχοτομογράφημα φλεβών («τρίπλεξ φλεβών») για τη διαφορική διάγνωση από εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση.
  • Λεμφαγγειογραφία, μια εξέταση που χρησιμοποιείται σπάνια στις μέρες μας.

Η θεραπεία του λεμφοιδήματος

Αν έχετε ήδη εγκατεστημένο λεμφοίδημα πρέπει να ακολουθήσετε ορισμένες απλές οδηγίες ώστε να σταθεροποιηθεί το οίδημα και να μην επιδεινωθεί:

  • Να καθαρίζετε προσεκτικά το προσβεβλημένο άκρο.
  • Να το προστατεύεται από τραυματισμούς και λοιμώξεις, με τη χρήση γαντιών στις χειρωνακτικές εργασίες επί παραδείγματι.
  • Να μην περπατάτε ξυπόλυτοι.
  • Μη σταυρώνετε τα πόδια σας όταν κάθεστε.
  • Μην κουβαλάτε βάρος με το προσβεβλημένο χέρι.
  • Μην κάνετε αιμοληψίες, μέτρηση αρτηριακής πιέσεως και άλλες ιατρικές πράξεις από το προσβεβλημένο χέρι.

Δεν έχει ακόμα αποδειχθεί, ποια είναι η καλύτερη θεραπεία του χρόνιου λεμφοιδήματος. Μερικοί ασθενείς φαίνεται να επωφελούνται από το συστηματικό μασάζ του προσβεβλημένου άκρου. Το μασάζ βοηθάει στην τόνωση του λεμφικού συστήματος και στον περιορισμό του οιδήματος. Επίσης, ειδικές ασκήσεις και ειδική γύμναση του προσβεβλημένου άκρου ενδέχεται να βοηθήσει. Οι περισσότεροι ασθενείς επωφελούνται από ελαστική συμπίεση με ειδικούς επιδέσμους ή ειδικά γάντια που περικλείουν αντιβράχιο και βραχίονα ή ειδικές μπότες με διαβαθμισμένη συμπίεση για τα κάτω άκρα. Συνδυασμός θεραπευτικών μέτρων συνήθως φέρνει καλύτερα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν φάρμακα που να θεραπεύουν το λεμφοίδημα. Συμπληρωματικά όμως, ο αγγειολόγος σας μπορεί να συνταγογραφήσει φαρμακευτική αγωγή για συνοδά προβλήματα, π.χ. αντιβιοτικά σε περίπτωση λεμφαγγειίτιδας. Σε σπάνιες περιπτώσεις πολύ εκτεταμένων λεμφοιδημάτων η χειρουργική εκτομή ιστού μπορεί να βοηθήσει στην κινητικότατα του άκρου. Δυστυχώς οριστική θεραπεία του χρόνιου λεμφοιδήματος δεν υπάρχει. Ο ασθενής θα πρέπει να μάθει να ζει με αυτό και να παρακολουθείται από αγγειολόγο για εφαρμογή θεραπευτικών σχημάτων με σκοπό τον περιορισμό ή τη σταθεροποίηση του λεμφοιδήματος.