Όλες οι παθήσεις

Ευρυαγγείες

Οι ευρυαγγείες είναι μικρές, διατεταμένες τριχοειδικές φλέβες κόκκινου ή μπλε χρώματος, ορατές στην επιφάνεια του δέρματος.

Κιρσοί και ευρυαγγείες
Διαφορά μεταξύ κιρσών και ευρυαγγειών στην επιφάνεια του δέρματος.

Συμπτώματα

  • Μικρές κόκκινες / μπλε φλέβες
  • Αισθητικό πρόβλημα
  • Σπάνια ήπιος πόνος ή καύσος

Διάγνωση

Κλινική εξέταση, ενίοτε συνοδεία triplex όταν υπάρχει υποψία υποκείμενης φλεβικής νόσου.

Θεραπείες

  • Σκληροθεραπεία
  • Σκληροθεραπεία Αφρού
Πριν και μετά τη σκληροθεραπεία αφρού
Αισθητικό αποτέλεσμα πριν και μετά τη σκληροθεραπεία αφρού.

Ευρυαγγείες: τι είναι, γιατί δημιουργούνται και ποιοι παράγοντες συμβάλλουν στην εμφάνισή τους

Οι ευρυαγγείες είναι ένα πολύ συχνό εύρημα στο δέρμα, ιδιαίτερα στα κάτω άκρα και στο πρόσωπο. Πρόκειται για μικρά, διατεταμένα αγγεία που γίνονται ορατά μέσα από το δέρμα και μπορεί να έχουν κόκκινη, μπλε ή μωβ απόχρωση. Συχνά έχουν γραμμική ή «δικτυωτή» μορφή και, όταν ξεκινούν από ένα κεντρικό σημείο και διακλαδίζονται ακτινωτά, θυμίζουν ιστό αράχνης — εξ ου και ο όρος spider veins στα αγγλικά, ή θυμίζουν αστέρα για αυτό και ονομάζονται αστεροειδείς ευρυαγγείες.

Ιατρικά, οι ευρυαγγείες ονομάζονται τηλαγγειεκτασίες. Στα κάτω άκρα, οι φλεβικές τηλαγγειεκτασίες αποτελούν μικρές διατάσεις των επιφανειακών φλεβικών αγγείων του δέρματος, συνήθως με διάμετρο μικρότερη από 1 mm. Στην ταξινόμηση CEAP για τις χρόνιες φλεβικές παθήσεις κατατάσσονται στην κατηγορία C1. [1]

Πώς δημιουργούνται οι ευρυαγγείες;

Η συσχέτιση με βαλβιδική ανεπάρκεια είναι πολύ συχνή. Η επιστημονική βιβλιογραφία όμως δείχνει ότι η δημιουργία τους είναι πολυπαραγοντική και ο ακριβής μηχανισμός δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Μια συστηματική ανασκόπηση του 2018, η οποία εξέτασε τη διαθέσιμη βιβλιογραφία σχετικά με την παθοφυσιολογία των τηλαγγειεκτασιών των κάτω άκρων, έδειξε ότι έχουν προταθεί πολλοί μηχανισμοί, μεταξύ των οποίων η φλεβική παλινδρόμηση (βαλβιδική ανεπάρκεια), οι μικροαρτηριοφλεβικές επικοινωνίες, καθώς και αλλαγές στο τοίχωμα των αγγείων και στον συνδετικό ιστό. [2]

1. Φλεβική πίεση, βαλβιδική ανεπάρκεια και φλεβική παλινδρόμηση

Στις φλέβες των κάτω άκρων υπάρχουν βαλβίδες που κατευθύνουν την αιματική ροή από την περιφέρεια προς την καρδιά και εμποδίζουν την παλινδρόμησή του προς την περιφέρεια.

Όταν οι βαλβίδες δεν λειτουργούν σωστά, εμφανίζεται φλεβική παλινδρόμηση. Ένα μέρος του αίματος δηλαδή κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς την περιφέρεια, αυξάνοντας την πίεση στο φλεβικό δίκτυο.

Η χρόνια αυξημένη φλεβική πίεση επηρεάζει το τοίχωμα των φλεβών και τη μικροκυκλοφορία, οδηγώντας σε αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία των αγγείων. Φλεγμονώδεις μηχανισμοί, αλλαγές στο αγγειακό τοίχωμα συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία. [3]

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια: δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι με ευρυαγγείες σημαντική φλεβική ανεπάρκεια.

Σε πληθυσμιακή μελέτη του Edinburgh Vein Study, περίπου οι μισοί από τους ανθρώπους που είχαν πιο έντονες τηλαγγειεκτασίες δεν παρουσίαζαν κλινικά εμφανείς κιρσούς. Επιπλέον, η σχέση μεταξύ τηλαγγειεκτασιών και φλεβικής παλινδρόμησης δεν ήταν απόλυτη. [4,5]

Επομένως, οι ευρυαγγείες δεν πρέπει να θεωρούνται απλώς «μικροί κιρσοί».

2. Αλλαγές στο ίδιο το αγγειακό τοίχωμα

Ένας ακόμη σημαντικός μηχανισμός αφορά το ίδιο το τοίχωμα των αγγείων.

Μελέτες έχουν δείξει ότι στις φλεβικές παθήσεις μπορούν να συμβούν αλλαγές στη δομή του φλεβικού τοιχώματος, στη σύνθεση και αποδόμηση της εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας και στη λειτουργία των ενδοθηλιακών κυττάρων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν κάποιες μεταλλοπρωτεϊνάσες, ένζυμα που συμμετέχουν στην αναδιαμόρφωση της εξωκυττάριας ουσίας. Η ενεργοποίηση φλεγμονωδών μηχανισμών μπορεί να συμβάλει στη μεταβολή της δομής και της ελαστικότητας του φλεβικού τοιχώματος. [3]

Με απλά λόγια, η εμφάνιση μιας ευρυαγγείας δεν είναι μόνο θέμα πίεσεων μέσα σε ένα αγγείο. Πρόκειται για μια διαδικασία στην οποία αλληλεπιδρούν η αιμοδυναμική, το αγγειακό τοίχωμα, τα αγγειακά κύτταρα και ο περιβάλλων συνδετικός ιστός.

3. Η ηλικία

Η ηλικία αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την εμφάνιση αγγειακών αλλοιώσεων του δέρματος.

Με την πάροδο του χρόνου, το δέρμα και οι ιστοί υφίστανται φυσιολογικές αλλαγές, ενώ μεταβάλλονται και οι μηχανικές ιδιότητες των αγγείων.

Σε μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη 2.842 ατόμων, η έκταση των ευρυαγγειών του προσώπου αυξανόταν με την ηλικία. Η ίδια μελέτη έδειξε επίσης συσχέτιση με άλλους παράγοντες, όπως το κάπνισμα, η ευαισθησία στον ήλιο και ο φωτότυπος του δέρματος. [6]

Η ηλικία, επομένως, δεν αποτελεί από μόνη της «αιτία», αλλά συνδέεται με ένα σύνολο βιολογικών αλλαγών που ευνοούν την εμφάνιση τηλαγγειεκτασιών.

4. Ορμονικοί παράγοντες και εγκυμοσύνη

Οι ευρυαγγείες εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες και η εγκυμοσύνη αποτελεί γνωστό παράγοντα που σχετίζεται με την εμφάνιση ή την επιδείνωση φλεβικών παθήσεων.

Κατά την εγκυμοσύνη συνδυάζονται διάφορες ορμονικές μεταβολές, αύξηση του ενδαγγειακού όγκου, αλλά και αυξημένη πίεση στο φλεβικό δίκτυο λόγο της χωροκατακτηρικής δράσης της μήτρας καθώς αυξάνεται κατά την πρόοδο της εγκυμοσύνης με αποτέλεσμα αλλαγές και συμπίεση στις φλέβες της πυέλου και κατά συνέπεια των κάτω άκρων.

Οι ορμονικοί παράγοντες θεωρείται επίσης ότι μπορούν να επηρεάσουν τον τόνο και τη λειτουργία του φλεβικού τοιχώματος. Η ακριβής συμβολή κάθε ορμόνης στην εμφάνιση των ευρυαγγειών, ωστόσο, δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως.

5. Κληρονομικότητα

Η γενετική προδιάθεση φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στις φλεβικές παθήσεις.

Άτομα που έχουν οικογενειακό ιστορικό φλεβικών προβλημάτων μπορεί να έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν ευρυαγγείες ή κιρσούς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα συγκεκριμένο γονίδιο «προκαλεί» τις ευρυαγγείες. Πιθανότερα πρόκειται για συνδυασμό γενετικών χαρακτηριστικών που επηρεάζουν τη δομή του αγγειακού τοιχώματος, τη λειτουργία των φλεβικών βαλβίδων και την αντίδραση των αγγείων σε μηχανικά και ορμονικά ερεθίσματα.

6. Παρατεταμένη ορθοστασία και καθιστική ζωή

Η παρατεταμένη ορθοστασία αυξάνει φυσιολογικά την υδροστατική πίεση στις φλέβες των κάτω άκρων. Η κίνηση των μυών της κνήμης και του μηρού λειτουργούν ως «αντλία», βοηθώντας την κίνηση του αίματος στην φλεβική κυκλοφορία.

Όταν κάποιος παραμένει ακίνητος για πολλές ώρες, η μυϊκή αντλία της γάμπας λειτουργεί λιγότερο αποτελεσματικά.

Αυτό μπορεί να επιβαρύνει τη φλεβική κυκλοφορία, ιδιαίτερα σε άτομα που έχουν ήδη προδιάθεση για φλεβική ανεπάρκεια. Η επιστημονική βιβλιογραφία υποστηρίζει τη σχέση μεταξύ παραγόντων τρόπου ζωής και φλεβικής ανεπάρκειας (βαλβιδική ανεπάρκεια), αλλά όχι ότι η πολύωρη ορθοστασία από μόνη της, χωρίς παρουσία άλλων παραγόντων, προκαλεί αναγκαστικά ευρυαγγείες. [7]

7. Η έκθεση στον ήλιο και οι ευρυαγγείες του προσώπου

Οι ευρυαγγείες του προσώπου έχουν διαφορετική παθοφυσιολογία από εκείνες των κάτω άκρων και η χρόνια έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.

Η χρόνια φωτογήρανση προκαλεί αλλαγές στο κολλαγόνο, στην ελαστίνη και στη μικροαγγειακή δομή του δέρματος.

Σε πληθυσμιακή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of the European Academy of Dermatology and Venereology, η ηλικία, το γυναικείο φύλο, το κάπνισμα, η αυξημένη ευαισθησία στο ηλιακό έγκαυμα και ο ανοιχτότερος φωτότυπος συσχετίστηκαν με μεγαλύτερη έκταση ευρυαγγειών στο πρόσωπο. [6]

Επομένως, η προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία έχει ιδιαίτερη σημασία για την πρόληψη της φωτογήρανσης και μπορεί να περιορίσει την επιβάρυνση των επιφανειακών αγγείων του δέρματος.

Είναι όλες οι ευρυαγγείες ίδιες;

Όχι.

Ο όρος «ευρυαγγείες» χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για διαφορετικές αγγειακές αλλοιώσεις.

Στα κάτω άκρα, οι φλεβικές τηλαγγειεκτασίες είναι πολύ μικρά, διατεταμένα επιφανειακά αγγεία. Δίπλα τους μπορεί να υπάρχουν δικτυωτές φλέβες, οι οποίες είναι μεγαλύτερες και συνήθως έχουν διάμετρο έως περίπου 3 mm. Οι κιρσοί είναι ακόμη μεγαλύτερες, διατεταμένες και συχνά ελικοειδείς φλέβες. [1]

Από την άλλη πλευρά, στο πρόσωπο μπορεί να συναντήσουμε διαφορετικού τύπου τηλαγγειεκτασίες. Υπάρχουν επίσης αγγειακές αλλοιώσεις που σχετίζονται με συγκεκριμένες παθήσεις, ορμονικές καταστάσεις ή συστηματικά νοσήματα.

Για τον λόγο αυτό, η εμφάνιση νέων ή ασυνήθιστων αγγειακών βλαβών δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα σε «απλές ευρυαγγείες».

Οι ευρυαγγείες είναι επικίνδυνες;

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι απλές τηλαγγειεκτασίες των κάτω άκρων αποτελούν κυρίως αισθητικό ζήτημα και δεν προκαλούν σοβαρές επιπλοκές.

Παρόλα αυτά, η παρουσία τους μπορεί σε ορισμένους ανθρώπους να συνυπάρχει με μεγαλύτερη φλεβική νόσο. Η μελέτη του Edinburgh Vein Study έδειξε ότι η βαρύτητα των τηλαγγειεκτασιών συσχετιζόταν με τη βαρύτητα των κιρσών, ενώ η φλεβικη ανεπάρκεια – βαλβιδική ανεπάρκεια ήταν συχνότερη όσο αυξανόταν η έκταση των τηλαγγειεκτασιών. [4,5]

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους, όταν οι ευρυαγγείες είναι εκτεταμένες ή συνυπάρχουν συμπτώματα όπως πόνος, βάρος, οίδημα, κράμπες, καυσαλγία ή εμφανείς κιρσοί, πρέπει ο ασθενής να υποβάλλεται σε αγγειοχειρουργική αξιολόγηση, και ανάλογα με την περίπτωση περεταίρω διαγνωστικός έλεγχος.

Ένα σημαντικό συμπέρασμα από την επιστημονική βιβλιογραφία

Το σημαντικότερο μήνυμα είναι ότι οι ευρυαγγείες δεν έχουν μία και μοναδική αιτία.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία υποστηρίζει ένα πολυπαραγοντικό μοντέλο, στο οποίο μπορεί να συμμετέχουν:

  • η γενετική προδιάθεση,
  • η ηλικία,
  • οι ορμονικές μεταβολές,
  • η εγκυμοσύνη,
  • η φλεβική-βαλβιδικής ανεπάρκεια και η αυξημένη φλεβική πίεση,
  • οι αλλαγές στο φλεβικό τοίχωμα και στον συνδετικό ιστό,
  • η παρατεταμένη ακινησία και άλλοι παράγοντες τρόπου ζωής,
  • η χρόνια έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία, ιδιαίτερα στις ευρυαγγείες του προσώπου,
  • καθώς και πιθανές τοπικές αλλαγές στη μικροκυκλοφορία.

Ταυτόχρονα, η έρευνα δεν έχει δώσει ακόμη μία ολοκληρωμένη εξήγηση γιατί ένας άνθρωπος εμφανίζει ευρυαγγείες ενώ κάποιος άλλος, με παρόμοιους παράγοντες κινδύνου, όχι. Η συστηματική ανασκόπηση του Kern επισημαίνει ακριβώς αυτό το κενό: η παθοφυσιολογία των τηλαγγειεκτασιών παραμένει εν μέρει άγνωστη. [2]

Συμπέρασμα

Οι ευρυαγγείες είναι μικρά, διατεταμένα επιφανειακά αγγεία που γίνονται ορατά μέσα από το δέρμα. Παρότι συχνά θεωρούνται αποκλειστικά αισθητικό πρόβλημα, η δημιουργία τους συνδέεται με σύνθετες αλληλεπιδράσεις μεταξύ της αιμοδυναμικής, του αγγειακού τοιχώματος, της μικροκυκλοφορίας, των ορμονών, της ηλικίας και της γενετικής προδιάθεσης.

Ειδικά στις ευρυαγγείες των κάτω άκρων, η φλεβική ανεπάρκεια και η αυξημένη φλεβική πίεση είναι η πιο συχνή αιτία, αλλά δεν αποτελούν τη μοναδική εξήγηση.

Η σωστή αγγειολογική αξιολόγηση έχει επομένως σημασία: άλλο είναι μια μεμονωμένη αισθητική τηλαγγειεκτασία και άλλο η παρουσία ευρυαγγειών στο πλαίσιο ευρύτερης φλεβικής νόσου η οποία χρήζει αντιμετώπισης.

Ενδεικτική επιστημονική βιβλιογραφία

  1. Eklöf B, Rutherford RB, Bergan JJ, et al. Revision of the CEAP classification for chronic venous disorders: consensus statement. Journal of Vascular Surgery. 2004;40:1248–1252.
  2. Kern P. Pathophysiology of telangiectasias of the lower legs and its therapeutic implication: A systematic review. Phlebology. 2018;33(4):225–233. DOI: 10.1177/0268355518756480.
  3. Pappas PJ, et al. Causes of telangiectasias, reticular veins, and varicose veins. Journal of Vascular Surgery. Η μελέτη περιγράφει τον ρόλο της φλεβικής υπέρτασης, της μηχανικής καταπόνησης, της φλεγμονής και της αναδιαμόρφωσης του αγγειακού τοιχώματος.
  4. Ruckley CV, Evans CJ, Allan PL, Lee AJ, Fowkes FGR. Telangiectasia in the Edinburgh Vein Study: epidemiology and association with trunk varices and symptoms. European Journal of Vascular and Endovascular Surgery. 2008;36:719–724. DOI: 10.1016/j.ejvs.2008.08.012.
  5. Ruckley CV, Allan PL, Evans CJ, Lee AJ, Fowkes FGR. Telangiectasia and venous reflux in the Edinburgh Vein Study. Phlebology. 2012;27(6):297–302. DOI: 10.1258/phleb.2011.011007.
  6. Epidemiology and determinants of facial telangiectasia: a cross-sectional study. Journal of the European Academy of Dermatology and Venereology. 2019. DOI: 10.1111/jdv.15996.
  7. Fowkes FGR, Lee AJ, Evans CJ, Allan PL, Bradbury AW, Ruckley CV. Lifestyle risk factors for lower limb venous reflux in the general population: Edinburgh Vein Study. International Journal of Epidemiology. 2001;30(4):846–852. DOI: 10.1093/ije/30.4.846.

Συγγραφή & ιατρική επιμέλεια: Ηλίας Β. Δαλαΐνας, MD Τελευταία ιατρική αναθεώρηση: Οκτώβριος 2026